Βαπτιση, τι είναι

Βάπτισις

Baptism, Βάπτισμα

βάπτισις θηλυκό
(καθαρεύουσα) → δείτε τη λέξη: βάπτιση ή βάφτιση
συνώνυμα: βαφτίσια

Είναι μία Θρησκευτική Τελετή.
Συνοδεύεται από την ονοματοδοσία.

Ετυμολογία

Η ονομασία «Βάπτιση» σχετίζεται ετυμολογικά με την αρχαία Ελληνική λέξη «βάπτω».

Εισαγωγή

Βάπτισμα ονομάζεται η ιερή τελετή των Χριστιανικών εκκλησιών με χρήση ύδατος ως συμβόλου εξαγνισμού, η οποία σηματοδοτεί την εισαγωγή του πιστού στο σώμα της εκκλησίας. Η λέξη βάπτισμα προέρχεται από το ρήμα βάπτω/βαπτίζω που σημαίνει «βυθίζω συχνά ή έντονα, βουτάω, καταδύω».

Ιστορική Αναδρομή στο βάπτισμα

Βάπτισμα – Ιουδαϊσμός και Παλαιά Διαθήκη

Αν και ο όρος «βάπτισμα» δεν χρησιμοποιείται για την περιγραφή ιουδαϊκών ιεροτελεστιών, το τελετουργικό εξαγνισμού (ή Μικβά – τελετουργική εμβάπτιση) στην ιουδαϊκή παράδοση έχει κάποιες ομοιότητες με το χριστιανικό βάπτισμα.

Στο «Τανάκ» και άλλα ιουδαϊκά κείμενα, η είσοδος ή εμβάπτιση στο νερό για τελετουργικό εξαγνισμό καθιερώθηκε για αποκατάσταση της τελετουργικής αγνότητας σε ιδιαίτερες περιπτώσεις.

Βάπτισμα – Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη η βάπτιση πρώτη φορά εμφανίζεται από τον Ιωάννη τον Προδρόμο. Αυτή τη βάπτιση την είχαν λάβει οι μαθητές και Απόστολοι του Χριστού αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Το τελετουργικό ήταν ιδιαίτερα απλό, αφού σε τρεχούμενο ύδωρ, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτιζε τους πιστούς και τους καλούσε σε μετάνοια. Το βάπτισμα αυτό υπήρξε πρόδρομος του βαπτίσματος της εκκλησίας, αλλά είχε διαφορετικό περιεχόμενο και έννοια σε σχέση με το θεσμοθετημένο βάπτισμα της νεοσύστατης εκκλησίας. Ο σκοπός ήταν η προετοιμασία για τον ερχομό του Μεσσία και η μετάνοια των πιστών Ιουδαίων.

Η διαμόρφωση του βαπτίσματος

Κατά τους αποστολικούς χρόνους μια σύντομη ομολογία της πίστεως αρκούσε για την παροχή βαπτίσματος στους πιστεύοντες, χωρίς ιδιαίτερη προγενέστερη κατήχηση ή ειδική προετοιμασία. Κατά τους μεταποστολικούς χρόνους όμως, προηγείτο του βαπτίσματος μια σύντομη κατήχηση με τις θεμελιώδεις αρχές της πίστεως. Το βάπτισμα τελείτο με κατάδυση στο νερό όπως γίνεται φανερό και από τη γραμματεία της εποχής

Πιθανώς η κατήχηση δεν ήταν ιδιαίτερα εκτενής, δηλαδή αποτελούνταν από την εκμάθηση της Κυριακής προσευχής και τη διδασκαλία της εν Χριστώ σωτηρίας. Για τη διδασκαλία της εν Χριστώ σωτηρίας μαθαίνουμε από τον Βαρνάβα ότι περιείχε στοιχεία και προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, ηθική κατήχηση και τη διδασκαλία περί των δύο οδών. Επίσης προετοιμαζόταν για το τελετουργικό του μυστηρίου. Με το πέρας τής διδασκαλίας και κατά την ετοιμασία του βαπτίσματος επιβαλλόταν διήμερος νηστεία και ομολογία πίστεως.

Το βάπτισμα αρχικά γινόταν σε ανοικτούς φυσικούς χώρους με τρεχούμενο νερό όπως οι λίμνες και τα ποτάμια ή άλλους ειδικούς χώρους, τα λεγόμενα βαπτιστήρια. Με το πέρασμα του χρόνου η τελετή λάβαινε χώρα στους ναούς. Ο Ιουστίνος αναφέρει στο βάπτισμα ευχές για καθαγιασμό του νερού και εξορκιστικές ευχές, ενώ προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να ερμηνευτεί και η νηστεία προ του βαπτίσματος. Η προοδευτική ανάπτυξη της διδασκαλίας της εκκλησίας επέφερε αλλαγές και στη κατήχηση των βαπτιζομένων. Η κατήχηση αυξήθηκε ενώ στην ανατολή δημιουργήθηκαν δύο σώματα. Το σώμα των «ακροώμενων» και των «φωτιζομένων». Επίσης επετράπη η παρακολούθηση του διδακτικού μέρους της λειτουργίας, όχι όμως και του μυστηριακού. Η αρχική ομολογία των πρώτων αιώνων ήταν απλή, εν συνεχεία έγινε πιο σύνθετη λόγω των αιρετικών ομάδων.

Ως χρόνος τελέσεως του βαπτίσματος καθορίστηκε στη Δύση την προηγούμενη νύκτα των εορτών του Πάσχα και της Πεντηκοστής, ενώ στην Ανατολή με τις ίδιες εορτές και αργότερα με την προσθήκη της εορτής των Επιφανείων. Στη Δύση οι βαπτισθέντες επί 8 ημέρες έφεραν λευκό χιτώνιο και για αυτό το λόγο το Σάββατο του Θωμά αποκλήθηκε «Sabbatum in albis», ενώ στην ανατολή «Διακαινίσιμος». Οι μοντανιστές μάλιστα έδιναν κατά τη βάπτιση μέλι και γάλα. Με το βάπτισμα συνδέθηκε τόσο η Θεία Ευχαριστία όσο και το χρίσμα.

Σε ό,τι αφορά την τελετουργία, οι κατηχούμενοι που ήσαν επικίνδυνοι να πεθάνουν βαπτίζονταν δια ραντισμού, σε περίπτωση όμως που ζούσαν έπρεπε το βάπτισμα να συμπληρωθεί ειδάλλως θεωρείτο άκυρο, όπως η σύνοδος τη Nεοκαισάρειας αποφάσισε. Επίσης αν πέθαινε ο κατηχούμενος απαγορευόταν η βάπτισή του, κάτι που είχαν στο τυπικό τους οι Μαρκιωνίτες. Οι εμφανίσεις αιρέσεων και θεολογικών ομάδων στο προσκήνιο ιδίως τον τρίτο αιώνα προκάλεσε εντάσεις στο εσωτερικό της εκκλησίας που διαμόρφωσαν περαιτέρω το τυπικό της εκκλησίας πάνω στο μυστήριο. Αυτά προέκυψαν από το ζήτημα της κύρωσης του βαπτίσματος των μετανοούντων στους κόλπους της εκκλησίας. Αρκετές σύνοδοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα και επικράτησε η άποψη πως έγκυρο βάπτισμα θεωρείται το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας.
Νηπιοβαπτισμός και θέσπιση του βαπτίσματος δια νόμου

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που προκάλεσε διχογνωμία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν ο νηπιοβαπτισμός. Ο Ειρηναίος περί το 185 αναφέρεται[1] ασαφώς για πρώτη φορά στο ζήτημα αυτό. Ο Τερτυλλιανός αποδοκίμαζε την πρακτική του βαπτίσματος νηπίων και προάσπισε την άποψη ότι θα έπρεπε να ενηλικιωθούν πρώτα: «Fiant Christiani cum Christum nosse potuerint», δηλαδή «ας γίνονται Χριστιανοί [δηλ. να βαπτίζονται] τα παιδιά όταν είναι πλέον σε θέση να γνωρίσουν τον Χριστό»[2]. Αντιθέτως ο Κυπριανός, ο οποίος είχε την άποψη ότι «όλες οι αμαρτίες εξαλείφονται με το βάπτισμα» θεωρούσε και τα νήπια ανεξαιρέτως θα έπρεπε να βαπτίζονται ενώ ο Ωριγένης θεωρούσε το νηπιοβαπτισμό αποστολική παράδοση[3]. Από τον 3ο αιώνα η εκκλησία άρχισε να καθιερώνει το νηπιοβαπτισμό[4]. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία υπέρ του νηπιοβαπτισμού πριν από τον 3ο αιώνα ενώ είναι προφανές ότι όλες οι αρχαίες βαπτιστήριες λειτουργίες αφορούσαν το βάφτισμα ενηλίκων

Ως τον 6ο αιώνα το αργότερο καθιερώθηκε ευρύτερα το βάπτισμα νηπίων, καθώς και η υποχρέωση ότι το νήπιο θα ακολουθούσε την πίστη, καθώς ένας ενήλικος Χριστιανός, ο λεγόμενος «ανάδοχος», αναλάμβανε εν ονόματι του νηπίου την υποχρέωση να ακολουθήσει ως ενήλικος την χριστιανική πίστη[5] και προσωποποιούσε την ευθύνη του όλου σώματος της τοπικής εκκλησίας για την ορθή κατήχηση του νέου μέλους της. Το έθιμο του νηπιοβαπτισμού σύντομα μετά τη γέννηση του νηπίου διαδόθηκε ευρύτερα κατά τον 10ο και 11ο αιώνα και έγινε γενικότερα αποδεκτό κατά τον [[13ος αιώνας|13ο αιώνα

Ο υποχρεωτικός βαπτισμός —νηπίων και ενηλίκων— αλλά και ο εξαναγκασμός ειδωλολατρικών και έτερων χριστιανικών ομάδων ώστε να εκχριστιανιστούν μέσω βαπτίσματος μαρτυρείται ήδη από τον 6ο αιώνα στον Ιουστινιανό Κώδικα που εκδόθηκε από τον Ιουστινιανό Α’, όπου ορίζονταν δια νόμου ότι «όλα τα μικρά παιδία πρέπει να δέχονται το σωτήριο βάπτισμα αμέσως και χωρίς καμία αναβολή».
Επίλογος

Ο νηπιοβαπτισμός ως κοινωνική πρακτική είναι προφανώς απαράδεκτος και αντιβαίνει σε κάθε λογική.

Η δημιουργία ποιμνίου από νεαρή ηλικία, από την κυρίαρχη θρησκεία ενός κράτους, χωρίς φυσικά το άτομο να έχει αποδεχθεί την θρησκεία αυτή συνειδητά, έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με τα περισσότερα Συντάγματα του Δυτικού Κόσμου. Πρακτικά, καταργείται η θρησκευτική ελευθερία που μνημονεύεται, καθώς στην πραγματικότητα υπάρχει προσηλυτισμός ενός άβουλου πλάσματος.

Όσον αφορά τον Χριστιανισμό η νηπιακή βάπτιση αντιτίθεται στην εντολή του ίδιου του ιδρυτή του, του Χριστού: «Πηγαίνετε σε όλο τον Κόσμο, και κηρύξτε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση. Όποιος πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί, όποιος όμως απιστήσει, θα κατακριθεί» (Μάρκος 16:15-16). Ο ίδιος ο Χριστός, δεχόταν την βάπτιση και την κατήχηση μόνο ενηλίκων.

Επίλογος

Ο νηπιοβαπτισμός αφαιρεί το δικαίωμα από τον άνθρωπο να διαλέξει το δικό του θεό ή ένα φιλοσοφικό σύστημα που θα τον προστατεύει από τους θεούς και τις δεισιδαιμονίες που επινόησαν οι πρόγονοί του πριν από χιλιετίες.

Στη Ελλάδα υπάρχει η επιλογή της μη βάπτισης χωρίς συνέπειες όπως αυτές που υπήρχαν σε παλαιότερες εποχές (μη εγγραφή σε σχολείο κτλ).

πηγή, κ.α.